δειπνεύς

δειπν-εύς, έως, , divinity worshipped by cooks in Achaia, Ath.2.39d.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δειπνεύς — δειπνεύς, ο (Α) [δείπνον] θεότητα που λατρευόταν από τους μάγειρες στην Αχαΐα …   Dictionary of Greek

  • δειπνεύς — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνεῖς — δειπνέω make a meal pres ind act 2nd sg (attic epic doric ionic) δειπνεύς masc acc pl δειπνεύς masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δείπνο — το και δείπνος, ο (AM δεῑπνον, το και δεῑπνος, ο) 1. το βραδινό φαγητό («κι ανέγνοιος εκοιμούντονε, το δείπνο να χωνέψει» «ἔχουσι γεῡμα θλιβερόν, δεῑπνον ὀνειδισμένον» «χωρεῑν ἐπὶ δεῑπνον») 2. η ώρα τού βραδινού φαγητού (α. «θα γυρίσουμε κατά το… …   Dictionary of Greek

  • δειπνεύω — (Α) [δειπνεύς] δειπνίζω …   Dictionary of Greek

  • δειπνεῖ — δειπνέω make a meal pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) δειπνέω make a meal pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) δειπνεύς masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δειπνῇ — δειπνέω make a meal pres subj mp 2nd sg δειπνέω make a meal pres ind mp 2nd sg δειπνέω make a meal pres subj act 3rd sg δειπνῆι , δειπνεύς masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.